back back back back

Οι λόγοι στο μικροσκόπιο
αναπτύσσοντας το abstract

Όσο αυτονόητο είναι ότι επικοινωνούμε με τη γλώσσα άλλο τόσο αυτονόητο είναι ότι συχνά, έως πολύ συχνά, για να μιλήσουμε για πράγματα χρησιμοποιούμε αναλογίες, μεταφορές, παρομοιώσεις και άλλα τέτοια γλωσσικά σχήματα. Τα σχήματα αυτά αποδεικνύονται εξαιρετικά χρήσιμα ειδικά σε περιπτώσεις όπου χρειάζεται να μιλήσουμε για κάτι που δεν το γνωρίζουμε επαρκώς καλά, ή για να εξηγήσουμε σε κάποιον άλλον κάτι δυσνόητο. Συχνά λοιπόν, για να δώσουμε σε κάποιον να καταλάβει κάτι χρησιμοποιούμε μια αναλογία με κάτι άλλο, κάτι που ξέρουμε κι εμείς κι αυτός καλύτερα (βλ. αναλογία) ή το μεταφέρουμε σε ένα άλλο πλαίσιο όπου θα μας είναι πιο εύκολη η εξήγηση (βλ. μεταφορά). Όταν τέτοια σχήματα λόγου αποδεικνύονται στην πράξη τόσο χρήσιμα για την μεταξύ μας επικοινωνία, φανταστείτε το μεγαλείο που αναδεικνύεται όταν χρησιμοποιούνται σε πιο δύσκολες δοκιμασίες της έκφρασης, όπως στην ποίηση, τη λογοτεχνία τον κινηματογράφο κοκ.[1]

Όταν όμως μιλάει κάποια για το Α χρησιμοποιώντας τη γνώση της, ή απλά το λεξιλόγιό της από το Β, εισάγει στην επικοινωνία ένα μεγάλο φορτίο θορύβου. Για να χρησιμοποιήσω το Β για να μιλήσω για το Α σημαίνει προφανώς ότι το Α και το Β μοιράζονται πολλές κοινές ιδιότητες. Αυτό είναι άλλωστε που κάνει τη μεταφορά επιτυχημένη. Το Α όμως δεν είναι ποτέ το Β και από εκεί αρχίζει το πρόβλημα. Λόγω της χρήσης του Β για χάριν της μεταφοράς ενεργοποιούνται και ιδιότητές του που δεν είναι ιδιότητες του Α, ή απλά δεν έχουν τίποτα να προσδώσουν στην κατανόησή του. Ελπίζω να δείξω ότι η ενεργοποίηση τέτοιων επιμέρους χαρακτηριστικών, που μάλιστα συμβαίνει στο παρασκήνιο της επικοινωνίας, ως αυτόνομες ενεργοποιήσεις πολλαπλών σημαινόμενων, δεν είναι και πολύ αθώα υπόθεση. Πιο συγκεκριμένα θα ασχοληθώ με το παράδειγμα της νόσου, δηλαδή με τις μεταφορές που χρησιμοποιούμε ηθελημένα ή άθελά μας για να μιλήσουμε γι' αυτή, για να την καταλάβουμε εμείς, για να δώσουμε σε κάποιον άλλο να την καταλάβει αλλά και για το θόρυβο και τις συνέπειές του θορύβου αυτού.

Η νόσος είναι κάτι που όλοι μας, εκτός από τον Κλάρκ Κέντ, έχουμε κάποια στιγμή βιώσει πάνω μας ή δίπλα μας. Το αίσθημα της νόσου δεν θα έλεγε κανείς ότι είναι και από τις καλύτερες εμπειρίες που είχαμε ποτέ. Αλλιώς: από το να είσαι άρρωστος καλύτερα να μην είσαι. Η νόσος μάλιστα ευθύνεται πολύ συχνά ακόμα και για την αφαίρεση της ίδιας της ζωής. Αυτοί είναι μάλλον οι βασικοί λόγοι για τους οποίους μιλάμε όλοι, πολύ συχνά, για τη νόσο ενώ αντίθετα δεν μιλάμε, τόσο συχνά, για την πάπρικα για παράδειγμα. Για τη νόσο μιλάμε εμείς, με τα λόγια που μας μίλησαν αυτοί τους οποίους μιμηθήκαμε όταν μάθαμε να μιλάμε, μιλάνε οι γιατροί, ως πιο ειδικοί, οι δημοσιογράφοι, ως πιο φλύαροι, και άλλοι πολλοί. Όλες μιλάμε για τη νόσο αφού είναι ένα ζήτημα που αφορά όλες μας. Πώς όμως μιλάμε για τη νόσο; Ποιες λέξεις χρησιμοποιούμε για να τη χαρακτηρίσουμε; Ποιες χρησιμοποιούμε για να χαρακτηρίσουμε τη θεραπεία της, την ασθενή που πάσχει, κοκ;

Η Susan Sontac ασχολήθηκε πριν από μας με αυτό το ερώτημα και έγραψε δύο δοκίμια στα οποία παρουσιάζει την έρευνά της γύρω από τους διάφορους τρόπους με τους οποίους μιλάμε για την νόσο. Καταλήγει μάλιστα και σε κάποιες εκτιμήσεις όσον αφορά τις επιπτώσεις που θα είχε ο τρόπος με τον οποίο μιλάμε για τη νόσο στο τρόπο με τον οποίο τη βιώνουμε και στον τρόπο με τον οποίο τη διαχειριζόμαστε, εμείς, οι γιατροί, οι συγγενείς. Αυτό που έδειξε μέσα από τη δουλειά της είναι ότι δεν υπάρχει ένας τρόπος με τον οποίο να μιλάμε για την νόσο. Έδειξε ότι αλλιώς μιλούσε η δυτική κοινωνία του προηγούμενου αιώνα για τη νόσο της φυματίωσης, που αποτελούσε τη νούμερο ένα τότε επικίνδυνη ασθένεια και αλλιώς μιλάει σήμερα και πριν λίγες δεκαετίες για τον καρκίνο. Ακόμα και μέσα στην ίδια δεκαετία, αλλιώς μιλάει η ίδια κοινωνία για τον καρκίνο και αλλιώς για το AIDS.

Τόσο ο καρκίνος όσο και η φυματίωση είχαν κάτι κοινό: την άγνοια για το τι τις προκαλεί και για τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να αντιμετωπισθούν. Η άγνοια αυτή δημιουργεί ένα μεγάλο χώρο για να αναπτυχθούν διάφορες φιλολογίες, και παραφιλολογίες βεβαίως βεβαίως, από τους διάφορους λόγους που αναφέραμε παραπάνω. Η φυματίωση οφείλεται στο νερό, τον αέρα, την πόλη, την υγρασία, τον ψυχικό μαρασμό, τη στενοχώρια, τον ευαίσθητο χαρακτήρα, τη ρομαντική φύση, τον μεγάλο έρωτα, την απογοήτευση, την αποτυχία, τη μιζέρια, τη μεγάλη θλίψη, την αδικία. Ομάδα πρώτου κινδύνου είναι οι ποιητές, οι ερωτευμένοι και οι ρομαντικοί. Ένας τρόπος θεραπείας είναι το ταξίδι, ο καθαρός αέρας, η ευθυμία, το 'να το ρίξεις λίγο έξω βρε αδερφέ'. Παρόλα αυτά επειδή δεν είμαστε και σίγουροι ας απομονώσουμε τους ασθενείς στα σανατόρια γιατί με αυτά τα πράγματα δεν παίζουμε. Τόνοι λογοτεχνικού έργου που εξυμνούσαν τον ιδιαίτερο ψυχισμό του φυματικού θα έπρεπε να πεταχτούν, αν δεν μουσειοποιούνταν, όταν τελικά αποδείχθηκε ότι το αίτιο που προκαλεί την ασθένεια είναι ένα βακτήριο, το οποίο μεταδίδεται όπως όλα τα βακτήρια και αντιμετωπίζεται με μία αντιβίωση (που τότε επίσης ανακαλύφθηκε) και όχι η υπερβολική συγκίνηση που σε κάποιους ανθρώπους προκαλεί ο κατά τα άλλα φυσιολογικός μαρασμός από τα γιούλια, τις βιόλες και τα γιασεμιά. Κανείς βέβαια, ούτε γιατρός ούτε συγγενής δεν ζήτησε ποτέ συγνώμη από κανέναν ασθενή που ενώ εκείνος πέθαινε από μία βαρύτατη ασθένεια εκείνοι ανήμποροι να τον βοηθήσουν, εξυμνούσαν τη αιμόπτυστη προσωπικότητά του.

Και μετά, στον άδεια θρόνο του βασιλείου της ΜηΣουΤύχει που άφησε η φυματίωση πήγε κι έκατσε ο καρκίνος, με τα δικά του συγκείμενα. Τι τον προκαλεί; τα χημικά; Η τεχνολογία; Η μόλυνση; Ο σύγχρονος τρόπος ζωής; Μήπως είναι ψυχογενές; Μήπως δεν εκτονωνόμαστε αρκετά; Μήπως φταίμε εμείς οι ίδιοι που βγάζουμε καρκίνο ή μας τον βγάζει κάποιος άλλος; Ποιος; Ποια; Μήπως φταίει ο γιος μας που δεν μας ακούει; Μήπως η κόρη μας που δεν παντρεύεται; Το ελ-νίνιο τι σχέση έχει με τον καρκίνο;

Η Sontac ανακάλυψε, όντας η ίδια ασθενής, ότι οι νοσούντες πέραν από το ίδιο το γεγονός της ασθένειάς τους έχουν να αντιμετωπίσουν/διαχειριστούν έναν μεγάλο όγκο πραγμάτων που ορίζονται πέραν της ασθένειας αυτής καθεαυτής. Ότι ενώ η ασθένεια είναι κάτι το εντελώς φυσιολογικό, αφού κάθε σώμα όντας ύλη είναι στη μοίρα του να νοσεί, να γερνάει και τελικά να πεθαίνει, η ασθένεια δεν βιώνεται και άρα δεν είναι διαχειρίσιμη μόνο στο επίπεδο αυτό. Ότι λόγοι για την ασθένεια, βρήκαν αυτή τη βιολογική/υλική βάση του σώματος που δύναται να νοσήσει και πάνω του έχτισαν ένα ολόκληρο οικοδόμημα νοημάτων τόσο ισχυρό που και αυτό χρειάζεται διαχείριση και μάλιστα με άλλες 'θεραπευτικές μεθόδους'. Το οικοδόμημα αυτό, των λόγων και των νοημάτων, συνομιλεί τόσο με τον ασθενή όσο και με τη γιατρό, την ιατρική, τη θεραπεία, το σώμα, ορίζεται από αυτούς και τους ορίζει. Γιατί όπως κάθε λόγος που εκφράζεται για τα πράγματα, έτσι κι αυτός, είναι επιτελεστικός - φέρει εξουσίες. [2]

Η Sontac αναφέρει περιπτώσεις ασθενών οι οποίοι επηρεασμένοι από τους λόγους αυτούς για την ασθένεια πήραν την απόφαση να μην ακολουθήσουν την θεραπεία που τους πρότειναν οι γιατροί και εφηύραν δικούς τους τρόπους διαχείρισης. Για παράδειγμα, κάποιες όταν μάθανε πως έχουν καρκίνο άρχισαν τα ταξίδια αναψυχής, τα γλέντια ή την ψυχανάλυση, θεωρώντας πως αν το ρίξουν λίγο έξω θα θεραπευτούν. Χωρίς να θέλω να πάρω θέση για τις 'εναλλακτικές' θεραπείες, χρησιμοποιώ αυτά τα παραδείγματα συμπεριφορών που ακούγονται οικεία για να παρατηρήσω τη δύναμη που έχουν οι λόγοι που εκφράζονται για τα πράγματα και τις πραγματικές συνέπειες που μπορούν να έχουν στο υλικό, αν θέλετε, πεδίο των σωμάτων.

Για να μιλήσω για τις μεταφορές της νόσου, προσπαθώντας να αποκαλύψω κάποια όχι και τόσο αθώα συγκείμενα που την ορίζουν, και που συχνά είναι αυτά που την ορίζουν εξολοκλήρου, θα ασχοληθώ με μία από τις μεταφορές της νόσου, την πιο δημοφιλή και άρα την πιο κυρίαρχη, με την κακή την έννοια. Θα ξεκινήσω από τη συμπύκνωση του ζητήματος σε ένα σχετικά απλό ερώτημα: Νομιμοποιούμαστε να ξεστομίσουμε τη φράση «τα κύτταρα είναι ύπουλα»; Αν ζητούσαμε να μας μιλήσει για την ίωση κάποιος δυτικός γιατρός, θα μας τα έλεγε κάπως έτσι: «όταν ένας ιός εισβάλει στο σώμα, οι διεργασίες που ακολουθούν είναι εξαιρετικά βίαιες. Ο ιός, εισβάλει στον πυρήνα ενός κυττάρου και μετά από λίγο μια έκρηξη, σαν ατομικής βόμβας, συμβαίνει και το σώμα γεμίζει με μολυσμένα κύτταρα. Τότε ξεκινάει μια εμπύρετη μάχη με τον λευκό στρατό, όχι του τσάρου αλλά των λευκών αιμοσφαιρίων του ανοσοποιητικού, να δέχεται επίθεση και να προσπαθεί να πάρει πάλι τον έλεγχο του σώματος, και όπου στο τέλος της μάχης υπάρχουν πολλά νεκρά κύτταρα, νικητές, νικημένοι, αθώοι και μη, παράπλευρες απώλειες, χυμώδεις ενισχύσεις, πολυβιταμινούχα πολεμοφόδια και αντιβιοτικές στρατηγικές». Με αυτή την πολύ απλή περιγραφή, θα μας έδινε να καταλάβουμε τι γίνεται στο σώμα μας όταν έχουμε μια ίωση, γιατί τα φρούτα είναι καλά, γιατί ο πυρετός ανεβαίνει και γιατί η αντιβίωση μπορεί να αποτελέσει ένα αναγκαίο κακό ώστε να τελειώσει όπως όπως ο παραπάνω πόλεμος.

Και καλά όλα αυτά αλλά γιατί τόσος μιλιταρισμός στον τρόπο με τον οποίο περιγράφουμε την νόσο και τη διαχείριση της; Είναι τυχαίο; Μήπως επειδή είμαστε μια κοινωνία μιλιταριστική και το λεξιλόγιο του πολέμου μας είναι οικείο και εντελώς κατανοητό οπότε και για το λόγο αυτό μία τέτοια μεταφορά μπορεί να είναι αρκετά επιτυχημένη, όπως είπαμε και στην αρχή; Ή μήπως επειδή τα καρκινικά κύτταρα είναι 'πράγματι' ύπουλα; Αν ρωτούσαμε τον παραπάνω ειδικευόμενο γιατρό: «μα είναι ο ιός ένας ιμπεριαλιστικός στρατός που εισβάλει στο σώμα που αμύνεται;», θα μας απαντούσε «είναι, αφού έτσι φαίνεται από το μικροσκόπιο».

Στη συγκεκριμένη φάση δεν μπορώ παρά να θυμηθώ την έντονη διαφωνία του Τοτού και του δασκάλου του, όπου ο δεύτερος ζωγραφίζει τρίγωνα στον πίνακα κατά το μάθημα της γεωμετρίας και ο πρώτος τα βλέπει για μουνιά και μάλιστα υπερασπίζεται τους αντιληπτικούς του μηχανισμούς λέγοντας «δε φταίω εγώ που βλέπω μουνιά, φταις εσύ που τα ζωγραφίζεις». Είναι λοιπόν τα κύτταρα ύπουλα ή έτσι τα βλέπουμε εμείς; Υπάρχουν τα πράγματα ανεξάρτητα από την δική μας αντίληψη και τι σχέση έχουν με τον τρόπο με τον οποίο τα αντιλαμβανόμαστε εμείς; Αυτό είναι ένα τεράστιο φιλοσοφικό ερώτημα που ξεκινάει ήδη από τον Πλάτωνα και, περνώντας από τους διάφορους -ισμούς (όπως εμπειρισμό, νεϊτιβισμό, ιδεαλισμό, κοκ) και τη φαινομενολογία φτάνει μέχρι την επιστημολογία και τη σύγχρονη γνωσιακή επιστήμη συνεχίζοντας να παιδεύει. Χωρίς να έχω ακόμα μια πλήρη απάντηση θα προτιμήσω, προς το παρόν τουλάχιστον, να ασχοληθώ με το τι αποτελέσματα έχει το να μιλάμε για τα κύτταρα χρησιμοποιώντας χαρακτηρισμούς από την μιλιταριστική κοινωνία των ανθρώπων.

Ένας τέτοιος λόγος δημιουργεί μία σχέση με το σώμα μας που αυτή τη στιγμή τυγχάνει να νοσεί, πολύ ιδιαίτερη. Αν τα κύτταρα είναι στρατός, αν η νόσος είναι πόλεμος, το σώμα μας είναι ένα πεδίο μάχης θα έλεγε η Sontac. Ένα σώμα-πεδίο μάχης είναι ένα σώμα που βρίσκεται απέναντι - είναι μόνο του, αβοήθητο, εξαρτημένο, έτοιμο να δεχθεί την όποια παρέμβαση. Ένα τέτοιο σώμα είναι ευάλωτο στο να του ασκηθούν λιγότερο, όπως μέσα από τους λόγους των συγγενών και φίλων, ή περισσότερο, όπως μέσα από τους λόγους και τις πρακτικές των γιατρών ως των ειδικών που φέρουν τη γνώση για τη σωτηρία, συγκροτημένες εξουσίες. Ένα σώμα-πεδίο μάχης είναι αφημένο στους ειδικά σπουδαγμένους στρατηγούς της δυτικής ιατρικής να εφαρμόσουν πάνω του τις νέες πεποιθήσεις τους, για να δούμε τι θα βγει. Η θεραπευτική αγωγή αποφασίζεται κεκλεισμένων των θυρών. Ο ασθενής βέβαια διατηρεί το δικαίωμα να περιοδεύσει το σώμα του σε όποιο ιατρικό πανηγύρι θέλει και για όσο αντέχει αυτή του την έκθεση. Μπορεί να συλλέξει όσες αφηγήσεις θέλει, και να κρίνει τις λογοτεχνικές ικανότητες του κάθε γιατρού στην προσπάθειά του να του εξηγήσει τι συμβαίνει και τι πρόκειται να συμβεί, όσο το δυνατόν πιο σύντομα γιατί περιμένουν και άλλα σώματα στο διάδρομο, όσο το δυνατόν πιο κατανοητά, γιατί η ιατρική γλώσσα είναι δύσκολη και μόνοι λίγοι έχουν το προνόμιο να την κατέχουν. Μέσα σ' αυτή τη προσπάθεια του γιατρού, τη μικρή ή τη μεγάλη, να εξηγήσει τι συμβαίνει και τι πρόκειται να συμβεί, επιστρατεύονται και τα γλωσσικά σχήματα όπως οι μεταφορές ως μια διαδικασία απλοποίησης της ιατρικής γλώσσας και ορολογίας.

Είναι ότι είναι δύσκολη η ιατρική ορολογία που δεν καταλαβαίνω; Είναι η μεταφορά του γιατρού όχι και πολύ πετυχημένη που τρομάζω; Ή μήπως είναι ένας επικείμενος πόλεμος συμβόλων που δεν μπορώ να αφομοιώσω τόσο γρήγορα όσο θα έπρεπε; Το στήθος μου είναι το σύμβολο της θηλυκότητάς μου. Το σύμβολο του φύλου μου και το εργαλείο για να παίξω το βασικό μου ρόλο σ' αυτή τη κοινωνία, της μητρότητας, που έκανε το casting πριν γεννηθώ. Πριν από λίγο καιρό το σύμβολο που καθόριζε την κοινωνική μου ύπαρξη μετατράπηκε σε σύμβολο του θανάτου, με απειλεί, πρέπει να το διώξω από πάνω μου όσο το δυνατόν πιο σύντομα μιας και έγινε... καρκίνος. Σε λίγες ώρες εγώ θα είμαι στο ένα δωμάτιο και το στήθος μου στο άλλο. Ευτυχώς, γλίτωσα, αλλά ποια είμαι; τι είμαι; είμαι ακόμα γυναίκα; είναι ακόμα τόσο σημαντικό να είμαι γυναίκα; φαίνεται αυτό που είμαι;

Πώς να πειστεί ένα σώμα, μια γυναίκα, να αφαιρέσει το στήθος της; Πώς να επιτρέψει να ασκηθεί τόση βία πάνω της αν δεν είναι εντελώς πεπεισμένη ότι αυτή η βία έρχεται ως μοναδικός τρόπος αντιμετώπισης μιας άλλης βίαιης κατάστασης; Αν τα κύτταρα δεν ήτανε ύπουλα, αν ο καρκίνος δεν ήταν επιθετικός, αν ο γιατρός δε κρατούσε μαχαίρι τότε ίσως να μην είχε σκεφτεί να κόψει το στήθος.

Δεν έχω καθαρή θέση σε ότι αφορά τη χρονική συνέχεια της άσκησης βίας, δηλαδή αν προηγείται η βία στο συμβολικό επίπεδο αυτής στο αντικειμενικό ή το αντίστροφο. Εμένα απλά όλα αυτά μου φαίνονται τουλάχιστον συνεπή μεταξύ τους και αυτό θέλω να παρατηρήσω. Η βία στο λόγο, είτε προηγείται είτε έπεται των βίαιων πρακτικών, σίγουρα πάντως δε θα μπορούσε χωρίς αυτές. Αν το στήθος ήταν ένα κομμάτι κρέας με μύες, νεύρα και λίπος, τα κύτταρα δεν θα ήταν ύπουλα. Αν το σώμα ήταν ύλη, η νόσος δε θα χρειαζόταν μεταφορές. Αλλά το σώμα δεν είναι ύλη - δεν ξέρω αν ήτανε ποτέ αλλά σίγουρα δεν είναι τώρα - είναι σύμβολο, είναι λόγος, είναι νόημα, είναι αναπαράσταση μιας σκηνής που δεν είδαμε ποτέ. Ασκήθηκε έτσι κι αλλιώς πολύ βία σε μια γυναίκα μέχρι να βγάλει στήθος, μέχρι να σταματήσει να το μετράει, να το συγκρίνει, μέχρι να μάθει να το κρύβει, να το δείχνει, να το πουλάει, να μάθει να το χαϊδεύει, να της το χαϊδεύουν, να το ψηλαφίζει, να της το ψηλαφίζουν. Μόνο με μια αντίστοιχη ή μεγαλύτερη βία θα μπορέσει να αποφασίσει να το αποχωριστεί. Και η βία αυτή θα πρέπει να ασκηθεί στο ίδιο επίπεδο στο οποίο ασκήθηκε αρχικά και στο οποίο ακόμα ασκείται: στο συμβολικό. Η τελευταία πράξη της βίας θα ασκηθεί όταν ο γιατρός θα ναρκώσει και θα αφαιρέσει το στήθος στο υλικό επίπεδο, αφού είχε λίγο πριν φροντίσει να υποβιβάσει την συμβολική του αξία από 'σύμβολο της θηλυκότητας' σε 'μία αποικία από επικίνδυνα κύτταρα που αναπαράγονται ανεξέλεγκτα και που αποτελεί απειλή για το υπόλοιπο σώμα'. [3]

Η νόσος είναι βία, βία και η θεραπεία. Μια κοινωνία μιλιταριστική, ιεραρχημένη, εξουσιαστική, με βία θεσμίζει τα σώματα και έτσι ξέρει να τα τοποθετεί στις ήδη υπάρχουσες ιεραρχίες. Όταν αυτά νοσούν, η θέση τους στην ιεραρχία αλλάζει και υπάρχει ένας μόνο τρόπος για να γίνει αυτό: βίαια. Σε μια κοινωνία που στη βία έχει να απαντήσει μόνο με βία, οι λόγοι και οι μεταφορές έχουν κι αυτές το μερίδιό τους στη βία που ασκείται πάνω στα σώματα. Μέχρι πότε; μέχρι την αλλαγή του 'παραδείγματος' (paradigm) που θα 'λεγε ένας ιστορικιστής φιλόσοφος και ιστορικός της επιστήμης.

Γιατί λοιπόν άλλος ζωγραφίζει τρίγωνα και άλλος τα βλέπει για μουνιά; Γιατί είναι αυτό αστείο; Για να προσπαθήσω να απαντήσω σ' αυτό το ερώτημα δε θα ασχοληθώ με τους διάφορους -ισμούς αλλά θα πάρω κάποιο λεξιλόγιο που με βολεύει από τη φιλοσοφία της επιστήμης. Θα έλεγα λοιπόν ότι όταν αλλάζει το παράδειγμα εμφανίζεται ασυμβατότητα ανάμεσα στους λόγους των ατόμων που ανήκουν σε διαφορετικά παραδείγματα. Ας πάρουμε τη φυσική της σχετικότητας. Για να κάνουμε το πέρασμα από τη νευτώνεια στη φυσική της σχετικότητας χρειάστηκε να αλλάξουμε το λεξιλόγιό μας, τις ερωτήσεις που κάνουμε, τις απαντήσεις που περιμένουμε, μιας και λέξεις όπως το εδώ και το εκεί, το τώρα, το πριν και το μετά, όχι απλά δεν είχαν κανένα νόημα πια αλλά δημιουργούσαν εμπόδια και περιορισμούς στη σκέψη.

Δεν ξέρω αν υπάρχει άλλος τρόπος να μιλήσουμε για την νόσο και να καταλάβουμε, χωρίς να χρησιμοποιήσουμε τη μεταφορά του μιλιταρισμού. Ίσως και να υπάρχει. Πάντως ξέρω γιατί αυτή τη στιγμή μου είναι δύσκολο να φανταστώ έναν τέτοιο τρόπο. Γιατί απλά είμαι κι εγώ μέσα στο παράδειγμα αυτό. Στο παράδειγμα που από πολύ μικρή σου μαθαίνει να χρησιμοποιείς ένα συγκεκριμένο λεξιλόγιο για να μιλήσεις για το σώμα σου, για την ασθένειά σου, κτλ. Αυτός ο τρόπος ενισχύεται στην εκπαίδευση, και αν φτάσεις να γίνεις ερευνητής ή γιατρός, το λεξιλόγιό σου είναι τόσο εδραιωμένο που οδηγεί την έρευνά σου κάπου και όχι κάπου αλλού, που στήνει το πείραμά σου κάπως και όχι κάπως αλλιώς, που θα δείξει ίσως κάτι αλλά σίγουρα όχι κάτι άλλο. [4]

Έτσι, αν τα κύτταρα έμαθες να τα χαρακτηρίζεις ύπουλα, αν ύπουλα τα βλέπεις, τότε για να είσαι συνεπής θα προσπαθήσεις να τα βομβαρδίσεις, να τα ισοπεδώσεις, να τα απομακρύνεις χειρουργικά και όχι, ας πούμε, να τα διασκεδάσεις, να τα γαργαλίσεις ή να τα λαχανιάσεις. Έτσι, όντας μέλη της συγκεκριμένης κοινότητας που έχει οργανωθεί με τους συγκεκριμένους όρους και ως φορείς του συγκεκριμένου παραδείγματος, ναι, νομιμοποιούμαστε να μιλάμε για ύπουλα κύτταρα. Και νομιμοποιούμαστε από το γεγονός ότι γινόμαστε κατανοητοί και η επικοινωνία μεταξύ μας εδραιώνεται αφού χτίσαμε μερικές γέφυρες έστω κι αν στην προσπάθειά μας αυτή χρειάστηκε να ξεράνουμε κάποια ποτάμια.

Και μέχρι να αλλάξουμε παράδειγμα τι; Όταν οι αναλυτικοί φιλόσοφοι στα μέσα του προηγούμενου αιώνα είπαν ότι η φιλοσοφία γίνεται με γλώσσα, φυσικά κανείς δε διαφώνησε. Όταν αμέσως μετά πρόσθεσαν, δίνοντας μάλιστα και αποδείξεις, ότι η γλώσσα από τη φύση της εισάγει πολλά δαιμόνια στην έκφραση, τη σκέψη και άρα τη φιλοσοφία μιας και η δομή της είναι ιδιαίτερα πολύπλοκη (ας σκεφτεί κανείς απλά τις πολλές σημασίες μιας λέξης σε κάθε πλαίσιο στο οποίο χρησιμοποιείται, σημαίνοντα, σημαινόμενα κτλ.), όλοι είπαν «και τι θα γίνει τώρα, θα σταματήσουμε να μιλάμε;». Φυσικά κανείς από τους αναλυτικούς φιλοσόφους δε θα υποστήριζε κάτι τέτοιο. Αυτό που έπρεπε απλά να γίνει ήταν να κάτσουμε και να μελετήσουμε την ίδια την γλώσσα ως εργαλείο με το οποίο προσπαθούμε να κατανοήσουμε τον κόσμο και να καταλάβουμε, ότι τέλος πάντων υπάρχουν πολλοί τρόποι να μιλήσουμε για κάτι και καλά θα κάνουμε να προσέχουμε όχι μόνο τι λέμε αλλά και πως το λέμε... όταν το λέμε.

Γιατί δεν μπορώ να μην αναφερθώ και στην πολύ συχνή πρακτική, όπως αναφέρει και η Sontac, όπου σε ειδικές περιστάσεις (ετεροτοπίες, θα έλεγε ο Foucault) οι λόγοι για την ασθένεια απουσιάζουν μυστηριωδώς αν και λάμπουν δια της απουσίας τους. Είναι οι περιπτώσεις, για παράδειγμα, όπου δεν μιλάμε στους ασθενείς για την ασθένειά τους. Όπου ασθενείς πάσχουν από καρκίνο και το ξέρουν όλοι εκτός από τους ίδιους. Κάθε φορά που θυμάμαι τον εαυτό μου να επισκέπτεται τη γιαγιά μου, ή τον θείο μου τον Κώστα, ήμουν σφιγμένος μη τυχών και μου ξεφύγει τίποτα και μάθουν από μένα ότι είναι καρκίνος αυτό που έχουν και που όλοι τους το κρύβουν. Και μου φαινόταν τόσο περίεργο που ήξερα κάτι που εκείνοι δεν το ήξεραν και μάλιστα κάτι που τους αφορούσε άμεσα μιας και συνήθως συνέβαινε το αντίθετο - αυτοί ήξεραν κάτι για μένα που εγώ το μάθαινα τελευταίος. Και θυμάμαι ότι το νοσοκομείο στην επαρχιακή μου πόλη είχε ακόμα εκείνη την αφίσα του μεσοπολέμου στην είσοδό του, με την νοσοκόμα να έχει το δάχτυλο στα χείλη για να συμβολίσει την ησυχία - ή την σιωπή;

Και μετά θυμάμαι ότι όλοι αυτοί οι απαγορευμένοι, από τους θαλάμους, λόγοι, όλες εκείνες οι λέξεις που απαγορευόταν να ειπωθούν, όπως θάνατος, καρκίνος, μετάσταση, διατυμπανίζονταν σε βαθμό διονυσιακών παραληρημάτων έξω από αυτούς. Σε κάθε διάδρομο νοσοκομείου, σε κάθε κυλικείο του, οι συγγενείς, οι γιατροί, οι νοσοκόμοι και οι λοιποί υγιείς μιλούν διαρκώς για το θέαμα της ασθένειας. Περιγράφουν με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες την κατάσταση του ασθενή, τι λένε οι γιατροί ότι έχει, τι φαίνεται στο σώμα του, τι θεραπεία κάνει και τι έκανε πριν από αυτή, πότε και πόσο χέζει, πως ήταν παλιά σαν άνθρωπος, ποια η οικογενειακή και οικονομική του κατάσταση, τι θα γίνει αν πεθάνει, ποιοι τον φροντίζουν και πόσο.

Όλοι αυτοί οι λόγοι είναι κάπου, κάπως κι από κάποιους, απαγορευμένοι ενώ βρίσκουν εύφορο έδαφος για εκρηκτική ανάπτυξη σε γειτονικές ετεροτοπίες. Αυτοί οι λόγοι έρχονται να τοποθετήσουν το σώμα στη τάξη της γραμματικής και του συντακτικού ασκώντας του την εξουσία του ανακριτή ή του εξομολογητή που κάνει εξονυχιστική εξέταση του σώματος του άλλου, στη προσπάθειά του όχι να μάθει κάτι για το δικό του σώμα, αλλά μάλλον για να εξευμενίσει τους φόβους του με κάποια τελετή στην οποία θα θυσιάσει, αυτή τη φορά, ένα άλλο σώμα.

Οι λόγοι αυτοί, που κάπου σιωπούν και κάπου αλλού φλυαρούν και διατυμπανίζονται, φέρουν εξουσίες -και από εδώ ξεκινάει το δικό μας ενδιαφέρον να ασχοληθούμε με τη νόσο και τις μεταφορές της. Μιας και είναι μέρος της δραστηριότητάς μας ως πολιτικά υποκείμενα να προσπαθούμε να αποκαλύψουμε, όπου αυτές αναδεικνύονται, τις εξουσίες των λόγων, τις ρυθμιστικές τους ικανότητες, τη δύναμη να παράγουν ύλη ή/και αντιύλη από το τίποτα, ή μάλλον από μια απλή διάθεση για διατήρηση της υπάρχουσας ιεραρχίας ή την αντικατάσταση μιας προηγούμενης από μία νέα.

________________________________________________________

1 «Η γριά δε σημαίνει τίποτα, σκεφτόταν μέσα σε μια παράξενη έξαψη. Η γριά είναι ίσως ένα λάθος, μα δεν πρόκειται γι' αυτή! Η γριά δεν ήταν παρά η νόσος... ένα περιστατικό.... ήθελα να κάνω το άλμα το γρηγορότερο... δεν σκότωσα έναν άνθρωπο αλλά μιαν αρχή!» Έγκλημα και τιμωρία, Φ. Ντοστογιέφσκι.

2. Φέρει εξουσίες καθώς κατασκευάζει πραγματικότητες, συναρθρώνεται με πρακτικές υποκειμένων, γράφεται σε πεδία, χτίζει ταυτότητες.

3. «[...] λες και για να τεθεί υπό έλεγχο στην πραγματική ζωή, χρειαζόταν πρώτα να υποβιβαστεί στο επίπεδο της γλώσσας.» (μιλώντας για το σεξ ο Μ. Foucault, στο Ιστορία της Σεξουαλικότητας - η Δίψα για Γνώση, σελίδα 27 στην ελληνική έκδοση).

4. βλ. 'προ-σύλληψη' του Heideger, και θέση Duhem-Quine