back back back back

Στην αρχή είναι ο Λόγος

Στη βάση των αναλύσεών μας υπάρχει ένα μεγάλο δυναμικό κεφάλαιο εννοιών που συναρθρώνονται με ποικίλους τρόπους αναμεταξύ τους και που μας οδηγούν προς διάφορες κατευθύνσεις -καθώς συνδέονται με προηγούμενες αναζητήσεις μας αλλά και με την πολιτική κριτική που προσπαθούμε να παράγουμε -η οποία, έτσι όπως την καταλαβαίνω εγώ δεν ξεκινάει από παλιές, καλές και δεδομένες σταθερές, αλλά από την αβεβαιότητα της εξερεύνησης και των ερωτήσεων. Έτσι το να βρω το κέντρο ή τα κέντρα του τι θα ήθελα να πω είναι καταρχήν πολύ δύσκολο. Ας πούμε πως στο βάθος των σκέψεων μου, ιδανικά, θα ήθελα να συνδέσω το κοινωνικό φύλο με το σώμα του λόγου της ιατρικής επιστήμης, δηλαδή το δίπολο υγεία-νόσος με άλλα δίπολα, δηλαδή, ιδανικά πάντα, να βρω ένα τρόπο να κατανοήσω και να καταγράψω πως ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε το σώμα και την υποκειμενικότητά μας κατασκευάζεται ταυτόχρονα σε διάφορα επίπεδα και πως αυτή η παραγωγή, που έχει προφανώς βαθειές συνέπειες για την πολιτική και ηθική αντίληψη μας για τον κόσμο, συνδέεται με τα αιτήματα και τις επιθυμίες μας.

Πρέπει, σκέφτομαι, να υπάρχει μια γλώσσα που προκύπτει μέσα από αυτές τις μικρές, βαθειές και μακροχρόνιες συνθέσεις στιγμών που αποτελούν την εμπειρία και την ιστορία μας και την οποία γλώσσα καταρχήν δεν ορίζουμε γιατί δεν γνωρίζουμε. Πρέπει να είναι αυτή η γλώσσα που φτιάχνει, από τη μια, τους κώδικες του φύλου προς χρήση της ανα-παραγωγής και συγκρότησης της καθημερινότητας. Μιας καθημερινότητας που αποικείται υποχρεωτικά από έμφυλα υποκείμενα, άντρες και γυναίκες [όχι απαραίτητα σαν υλικές πραγματικότητες αλλά σαν δυνάμει κατηγορίες που ορίζουν το πως εγγραφόμαστε και γινόμαστε αναγνωρίσιμοι στο κοινωνικό πεδίο]. Η γλώσσα όμως φτιάχνει, από την άλλη, σε μακροκλίμακα, ένα άλλο πεδίο οργάνωσης, ελέγχου και παραγωγής σωμάτων, τμήμα του οποίου είναι πχ οι έμφυλες νοηματοδοτήσεις της βιολογίας. Αυτό το άλλο πεδίο είναι η παραγωγή της γνώσης σχετικά με και για τα σώματά μας και όσα τα αποτελούν: τις επιθυμίες τους, τον πόνο και τα υλικά τους όρια και δυνατότητες, τη ζωή και το θάνατό τους, τις λειτουργίες τους.

Κρατάω την ιδέα της Duden για το σώμα ως "ιδιαίτερη εμπειρία μιας εποχής". Ένα ερώτημά μας θα μπορούσε να είναι, ποιο είναι άραγε το σώμα που κατασκευάζει η νεωτερικότητα μέσα από ένα λόγο όπως αυτός της ιατρικής (σε αλυσίδα με άλλα πεδία λόγων, μηχανισμούς και θεσμούς); Και ειδικά μέσα από τις τελετουργίες επιτέλεσης αυτού του λόγου -εδώ σκέφτομαι την επίσκεψη στο ιατρείο, τη "σιωπή" της εξέτασης, την ώρα της αλήθειας, τις εξετάσεις με τα βιομετρικά μας δεδομένα, ο γιατρός-μεταφραστής, τις μεταφορές-παρομοιώσεις-αλληγορίες που θα εξηγήσουν αυτό που δεν μπορεί να καταλάβει ο ασθενής/εξεταζόμενος κλπ κλπ.

Καταρχήν η ιατρική επιστήμη είναι οπωσδήποτε ένα πεδίο γνώσης παραδειγματικό -στο λόγο, τα εργαλεία, την μεθοδολογία της βλέπουμε να ξεδιπλώνεται το ανθρωποκεντρικό μοντέλο της επανάστασης του διαφωτισμού, ο άνθρωπος-κυρίαρχος του πεπρωμένου του, ο άνθρωπος που μεθοδικά και συστηματικά αμφισβητεί την εξουσία της αυθεντίας του θεού και αποκτά τον έλεγχο. Το αίτημα του διαφωτισμού γίνεται αίτημα για την χειραφέτηση του "ανθρώπου" από τα δεινά και την καταπίεση της άγνοιας -άγνοια στην οποία είχαν συμφέρον κάποιοι. Η επιστήμη, κάπου εκεί, αναδεικνύεται στο μεγαλόπνοο εγχείρημα/πρότζεκτ που θα μας οδηγήσει στην απελευθέρωση καθώς υπόσχεται την αντικειμενική, καθολική, οικουμενική γνώση και άρα την αλήθεια του ορθού λόγου. Η αλήθεια από εδώ και στο εξής θα υπάρχει μόνο εκεί που την παράγει ο επιστημονικός λόγος και, φυσικά, αυτός με τη σειρά του θα είναι προιόν μιας διαδικασίας μέσα σε συγκεκριμένα μεθοδολογικά πλαίσια και φιλοσοφικές προϋποθέσεις. Οι ιδεολογικοί, πολιτικοί και ηθικοί ανταγωνισμοί που είναι αφετηρία αυτού του εγχειρήματος, όπως και όλοι όσοι θα συνδεθούν και θα μπλεχτούν με το εγχείρημα της γνώσης αυτής, πολύ πολύ συχνά αποσιωπούνται.

Ο θεός πέθανε, ζήτω η επιστήμη.

Η γλώσσα της επιστήμης, πολύ "λογικά", ανέπτυξε χαρακτηριστικά που έδωσε στα μέλη της κοινότητας της τη δυνατότητα να συνομιλούν, μια δυνατότητα που τους κάνει κοινωνούς ενός τόπου γνώσης. Ταυτόχρονα αυτό δημιούργησε, αναπόφευκτα (;), την απόσταση ανάμεσα σε αυτόν που κατέχει και αυτήν που δεν κατέχει τη γλώσσα. Η ειδική γλώσσα μέσα από την οποία περιγράφεται, ορίζεται και γίνεται οικειοποιήσιμο το σώμα μου για τις ανάγκες της επιστήμης έχει [προ πολλού] αυτονομηθεί από την έστω και σχετική συνάφεια με τη γλώσσα της δικής μου εμπειρίας. Δηλαδή η φαγούρα μου "μεταφράζεται" σε μια σύνθετη πρόταση που θεωρείται ότι οπωσδήποτε αποδίδει πολύ πιο "ολοκληρωμένα" ή "συνολικά" το σύμπτωμα μιας κάποιας παθολογικής κατάστασης. Μέσα εκεί, το σώμα "μου" γίνεται το σώμα τους, δηλαδή το σώμα που αυτοί εξετάζουν και δεν βιώνουν, του οποίου δεν εχουν άμεση εμπειρία, αλλά διεκδικούν την σχεδόν απόλυτη γνώση του. Νομίζω ότι δεν αδικείται κανείς αν πω ότι η γλώσσα της ιατρικής επιστήμης, ο λόγος της, είναι αφιλόξενος στην κατανόηση "των πολλών" και επιθετικός προς αυτούς τους οποίους αφορά ακόμη και σήμερα που "οι απλοί άνθρωποι" πάμε στο σχολείο και μαθαίνουμε γράμματα. Παρόμοια περίπτωση αποτελεί φυσικά και ο λόγος της νομικής επιστήμης.

Πρόβλημα νούμερο 1: Καμιά σχεδόν έγνοια δεν υπάρχει στο να μπορεί αυτό το σώμα να είναι τουλάχιστον ένα σώμα κοινά αποδεκτό και αναγνωρίσιμο (μεταξύ αυτών και εμού). Δηλαδή ένα σώμα που ο λόγος γύρω από αυτό θα μπορεί, ως ένα βαθμό, να δημιουργήσει σχέση συνάφειας μεταξύ των ενδιαφερομένων. Η ελάχιστη προσπάθεια κάποιων ειδικών να συμμαχήσουν με τον ασθενή καταργώντας όσο είναι εφικτό και ρεαλιστικό τα όρια, επιβεβαιώνει τον κανόνα .

Πρόβλημα νούμερο 2: Σε μια επόμενη φάση το σώμα μου (και η κατάστασή του), για να ξαναεπιστρέψει στον ορίζοντα της κατανόησής μου πρέπει να μεσολαβηθεί από τη γλώσσα των μεταφορών που ο ειδικός θα χρησιμοποιήσει (με καλή πάντα πρόθεση -να καταλάβω και εγώ, ή -με κακή πρόθεση, να κρύψει ενδεχομένως και την μερική του άγνοια) για να γίνω και εγώ, έστω ατελώς, συμμέτοχη στη γνώση της κατάστασης. Ήδη βέβαια, αυτή η προϋπόθεση, ότι εγώ χρειάζομαι τις μεταφορές και όχι αυτοί, με καθιστά εξαρτημένη και υποτελή. Εγώ δεν μπορώ να έχω ουσιαστική εποπτεία της κατάστασης (με τον τρόπο που το ουσιώδες εννοείται) και έτσι πρέπει να ξαναπάρω το σώμα μου πίσω μέσα από τον μύλο που αποτελούν αυτές οι επεξηγηματικές, δήθεν, μεταφορές.

Πρόβλημα νούμερο 3: Σε αυτή τη φάση το σώμα μου μοιράζεται σε και ελέγχεται από διάφορους τόπους εξουσίας που αυτές οι μεταφορές υπονοούν. Δηλαδή για να επανα-καταλάβω (με τη διπλή έννοια) το σώμα μου πρέπει να δεχτώ μια σειρά από ηθικές προϋποθέσεις που κάνουν τις μεταφορές να έχουν νόημα. Έτσι αν ο καρκίνος "εισβάλει" πρέπει να ταυτίσω ή συντονίσω την εμπειρία μου με έναν κάποιον ανταγωνισμό (και μάλιστα σκληρό) φορώντας τα χρώματα του πολέμου. Προφανώς και δεν έχει καμία σημασία αν έχω πράγματι τη δυνατότητα να κάνω πόλεμο ή αν θέλω ή αν χρειάζεται. Πόλεμος είναι. Η λιποταξία, η αντίρρηση συνείδησης δεν είναι μέσα στις επιλογές (τις μεταφορικές εννοείται). Δεν υπάρχει περιθώριο επιλογής για το πως θα αντιμετωπίσω την ασθένεια. Εφόσον το πως θα την καταλάβω έχει ήδη απαντηθεί από τον ειδικό.

Ο Φουκώ γράφει πως θα ήταν συνετό με τον όρο εξουσία να αντιλαμβανόμαστε το πλήθος των σχέσεων δύναμης που ενυπάρχουν στο χώρο όπου ασκούνται και είναι συστατικές της οργάνωσής τους, το παιχνίδι που μέσα από αδιάκοπες συγκρούσεις και αγώνες τις μεταμορφώνει, τις ενδυναμώνει, τις αντιστρέφει [τις σχέσεις δύναμης], τις στρατηγικές μέσα στις οποίες ενεργοποιούνται.

Νομίζω ότι μέσα ακριβώς σε αυτό το πλήθος σχέσεων δύναμης πρέπει να δούμε και το συγκεκριμένο επεισόδιο της συνάντησης του σώματός μας (και της ασθένειάς του) με την ιατρική: εκεί όπου το σώμα κατασκευάζεται από λόγους κυρίαρχους που το έχουν έτσι κι αλλιώς δομήσει, -όσο μπορέσαν και όσο τους επέτρεψαν- ως ένα σώμα βουβό αντικείμενο, πειθαρχημένο, εναρμονισμένο με τους όρους της κοινωνικής παραγωγής. Το αλλόκοτο σώμα, θα μπορούσε να είναι το σώμα που νοσεί, που θα του επιτρεπόταν να νοσεί. Η συμφιλίωση με αυτό το σώμα δεν είναι σε καμία περίπτωση αίτημα της επιστήμης και του λόγου της, καθώς κάτι τέτοιο θα σήμαινε την αποδοχή του αλλόκοτου και την παραίτηση των θεσμών από την αποκλειστικότητα παραγωγής κανονικοτήτων. Και εκείνη την ώρα όπου το σώμα μας μετακομίζει σε άλλους τόπους (περιδιαβαίνοντας στο χώρο που οργανώνεται από το πλήθος των σχέσεων δύναμης), η ασθένειά μας, ή, ακόμη περισσότερο, το υποκειμενικό βίωμά μας γίνεται ο άλλος μέσα στο σώμα της (συγκεκριμένης) κοινωνίας. Αυτό που πρέπει να μη χωρέσει είναι η κρυφή αλήθεια ότι κάθε σώμα είναι αλλόκοτο. Ότι κανένα σώμα δεν ζει χωρίς ούτε και μπορεί να αποχωριστεί την εμπειρία του. Ότι η επιθυμία είναι εξ' ορισμού έξω από το όριο "υγεία-ασθένεια".

Αν ξανασκεφτούμε εδω κάποια κοινά μοτίβα του πλαισίου γνώσης που είναι η επιστήμη, θα δούμε ότι η γλώσσα της διεκδικεί να είναι μια γλώσσα εξ-ορθολογισμού (αφού ο ορθός λόγος οδηγεί στην αλήθεια) και αντικειμενικότητας. Αυτά είναι κοινός τόπος. Το υποκειμενικό βίωμα και η συναισθηματική κατανόηση θεωρούνται από περιττά ως επικίνδυνα εφόσον διαφεύγουν της μέτρησης, της παρατήρησης και δεν είναι αξιοποιήσιμα, ενώ η επιστήμη γενικεύει, διατυπώνει νόμους και εξηγεί φαινόμενα μέσα από σχέσεις αιτιότητας. Ταυτόγχρονα το αίτημα της δυτικής ιατρικής είναι, σε επίπεδο διακηρύξεων, μια μάξιμουμ ωφέλεια: σαν τέτοια φαίνεται να ορίζεται η επιμήκυνση της ζωής και η διαχείρισή της ποιότητας αυτής της ζωής -γιατί; γιατί θέλουμε "απλώς" και "φυσικά" να ζήσουμε; ή γιατί ξανά και ξανά πρέπει να αποδεικνύουν κάποιοι μηχανισμοί το πόσο ανάγκη έχουμε τη ζωή; Μα μήπως η ζωή εξαρτάται πλέον από αυτούς τους μηχανισμούς; Τόσο η αντίληψή της όσο και η κυριολεκτική παραγωγή της; Φυσικά, καθώς οι μεταφορές παίζουν σε αυτό το παιχνίδι ταυτοτήτων είναι δημιουργικές/παραγωγικές, είναι αναπόσπαστο κομμάτι του πλήθους των σχέσεων δύναμης. Μέσα λοιπόν στο ιατρείο παραδίδεται η ευθύνη της παραγωγής των μεταφορών στον ειδικό, ο ιατρικός λόγος έχει τον θεσμικό έλεγχο. Εκεί, μέσα σε αυτό το εργαστήριο του ορθού λόγου πολλοί έχουν διαπιστώσει να αναπτύσσεται μια σχεδόν επιθετική συμπεριφορά προς τα σώματα που παραλαμβάνουν οι ειδικοί. Φαίνεται σαν η μεγαλομανία του δυτικού πολιτισμού που κυριαρχείται από τη φαντασίωση του απόλυτου ελέγχου να ενοχλείται από αυτά τα λάθη, τα ανεξήγητα, μυστήρια σώματα που νοσούν. Που τολμούν ακόμη να νοσούν; Ποιός ξέρει.

Αν σκεφτούμε τους εαυτούς μας ως φορείς δράσης, τι μένει να κάνουμε; Ποια ευθύνη να αναλάβουμε; Το "πραγματικό", ως η εξουσίας της αιτοκρατίας και της ορθολογικής υπερβολής, δε θα χωρέσει την εμπειρία του σώματός μας που νοσεί- και ούτως ή άλλως έχουμε λίγο πολύ εκπαιδευθεί μια χαρά σε αυτό και ως "υγιείς" -σε ποιο; στην άρνηση της εμπειρίας, στην αποδοχή της παραγωγής της από τους θεσμούς, στην εξόντωση κάποιων επιθυμιών υπέρ μιας παραγωγής που μας προορίζει "να κάνουμε τη δουλειά μας". Τι μένει να κάνουμε; Πώς να διεκδικήσουμε χώρο για μια τεμαχισμένη, ανήμπορη, ατομική εμπειρία ετούτου του σώματος; Αυτό που αναδύεται εδώ ως το πραγματικό διακύβευμα είναι η σχέση μας με τον κόσμο. Ως ενσώματα υποκείμενα.

Θα προσπαθήσω να τα πω με μια σειρά, αν και καμιά σειρά δεν μπορεί να τα βάλει σε τάξη. Αισθάνομαι πολύ βαθειά πως οι λόγοι εξουσίας, (ακόμη και ο δικός μου μιας αφήγησης είναι ένας τέτοιος) μπορούν πολύ δύσκολα να τσακώσουν οριστικά την εμπειρία. Έτσι κι αυτή είναι κάπου ιδανικά ελεύθερη, μα τόσο μόνη, μια φωνή "ελεύθερη" και μόνη. Το να τη βγάλω από αυτή τη μοναξιά σημαίνει καταρχήν να μπορέσω να καταλάβω τη σχέση μου με τον κόσμο, κι αυτή μου η σχέση δεν είναι μία που προκύπτει απλώς από την αναγωγή στοιχειωδών σχέσεων στα συνολικά φαινόμενα που χρήζουν εξήγησης -μια σχέση επαγωγική. Η σχέση μου με τον κόσμο δεν είναι μόνο μια σχέση διανοητική ή μια σχέση "αντικειμενικής" γνώσης, η γνώση των μηχανισμών-μια μηχανιστική γνώση, καθώς ούτε και μόνο, από την άλλη, μια απόλυτα υποκειμενική σχέση του "εγώ" με τον κόσμο. Αυτό το δίλλημα είναι ψευδές. Ή αν προτιμάτε κατασκευασμένο. Ο κόσμος είναι αυτό για το οποίο μπορούμε να σκεφτούμε (ο κόσμος ως αντικείμενο των σκέψεών μου) αλλά και αυτό μέσα στο οποίο κινούμαστε και δρούμε. Η σχέση μου με τον κόσμο είναι οργανική, διαλεκτική και δυναμική και προσδιορίζεται από το γεγονός ότι η εμπειρία μου του κόσμου και στον κόσμο είναι ενσώματη. Αν ξανασκεφτώ την εμπειρία του αλλόκοτου σώματος, ή/και του σώματος που νοσεί, μπορώ να διακρίνω ότι αυτά έχουν δυνάμει ένα διπλό στάτους: από τη μια το στίγμα του μη-ομαλού, του μη-υγιούς και από την άλλη μια εμπειρία που διαφεύγει των πρακτικών ελέγχου του βίου που εφαρμόζει η εξουσία. Είναι το λάθος που μας/τους αγχώνει, η απώλεια ελέγχου μιας κοινωνίας που θεωρεί ότι κατάκτησε απόλυτα εργαλεία ελέγχου -αλλά ταυτόγχρονα διάφορα συστήματα εξουσίας χρειάζονται την παραγωγή τέτοιων μη-ομαλών κατηγοριών. Νοσούντων σωμάτων, αλλόκοτων σωμάτων, σωμάτων που "επιτίθενται στον εαυτό τους". Ίσως εδώ υπάρχει μια αντίφαση την οποία μπορούμε να εκμεταλλευτούμε. Κι αν κανένα σώμα δεν ήταν υγιές; Κι αν δεχόμασταν τη δυνατότητα της ασθένειας; Την ασθένεια ως έναν άλλο τρόπο του υπάρχειν;

Μια ιστορία:

Η μάνα μου και εγώ έχουμε αυτήν εδώ τη στιγμή που μιλάω μια άλλη σχέση εκτός από την προφανή της συγγένειας. Έχουμε και είμαστε δυο σώματα που νοσούν. Το δικό μου σώμα νοσεί αφού ενσωματώνει μια νοσηρή επιθυμία, μια αλλόκοτη επιθυμία -και δεν μιλάω εδώ μόνο για τη λεσβιακή μου επιθυμία αλλά και για την ουτοπική μου επιθυμία ενός κόσμου δικαιοσύνης. Το δικό της σώμα νοσεί καθώς πάσχει από μια αυτοάνοση ασθένεια, τη σκληροδερμία ή σκληρόδερμα, που οφείλεται σε μια διαταραχή του ανοσοποιητικού, άγνωστης "αιτίας" και προελεύσεως. Η πιο κοινή μεταφορά-εξήγηση των αυτοάνοσων νοσημάτων είναι ότι "ο στρατός του σώματος στρέφεται ενάντια στον ίδιο του τον εαυτό", η άμυνα του οργανισμού τα έχασε και επιτίθεται στους υγιείς ιστούς προκαλώντας φλεγμονές διαρκείας. Το σώμα της, της επιτίθεται. Αυτή, επιτίθεται στον εαυτό της. Εγώ, από την άλλη ζω, σε σχετική μυστικότητα, τη δική μου ασθένεια. Εγώ τυρρανιέμαι από το στίγμα της αποκάλυψης και την ενοχή του να "κρύβομαι" και αυτή από το στίγμα μιας φλεγμονής στους ιστούς και τις αρθρώσεις της και την ενοχή ενός σώματος, που πια πολλά δεν τα μπορεί, που είναι αδύναμο. Εγώ κρύβω και μεταμορφώνω στο λόγο και την καθημερινότητα την "αλήθεια" μου, εκείνη τρέχει στους γιατρούς και αναρωτιέται στους δικούς τους λόγους "τι φταίει" για την αλήθεια της κατάστασής της. Πιστεύω πως και οι δύο αναρωτιόμαστε τι φταίει. Πιστεύω πως και οι δυο ανα-γνωρίζουμε άρρητα μια κάποια αλήθεια άλλη από αυτήν που παρουσιάζεται ως προφανής,, αλλά οι λόγοι της εξουσίας δεν μας αφήνουν να συμμαχήσουμε, σε μια συμμαχία όπου οι εμπειρίες μας θα συγκλίναν, αντί να αποχωρίζονται, όχι γιατί είναι ταυτόσημες, ή ίδιες αλλά γιατί κυριαρχούνται από το πλήθος των σχέσεων δύναμης, οργανώνονται από τους ίδιους μηχανισμούς -αυτούς που μας προσφέρουν ως μόνη σχεδόν επιλογή να βιώνουμε το αίσθημα της απώλειας και της εξάρτησης από τον κυρίαρχο όρο του διπόλου υγείας-ασθένειας, την υγεία. Το δέρμα της μάνας μου με προκαλεί κάθε φορά που το κοιτάζω. Με καλεί να το ακουμπήσω και να το δω ξανά, τώρα που δεν είναι πια απαλό και ελαστικό, αλλά σκληρό σαν ρόδι. Μου ζητάει να μη βλέπω ένα άρρωστο σώμα που το λυπάμαι και με φοβίζει, αλλά ένα σώμα που δηλώνει απλώς την θνητότητά του, που μετασχηματίζεται και που προσπαθεί έτσι να ζει. Γιατί αυτό εξάλλου έχει. Μου ζητάει αυτό το σώμα να επανεγκαταστήσω μεταξύ μας την οικειότητα, να διανύσω την απόσταση των κυρίαρχων λόγων, και να το χαιδέψω. Το δικό μου σώμα και η επιθυμία του, το σώμα της κόρης, το κοινωνικό μου σώμα, της ζητάει κι αυτό τη συν-ύπαρξη. Της ζητάει να μη βλέπει στο σώμα μου τη δυνατότητα μιας υγειούς καταναγκαστικής ετεροφυλόφιλης ερωτικής επιθυμίας και τη δυνατότητα μιας τυπικής αναπαραγωγής. Της ζητάει να ψυχανεμιστεί το στίγμα που δίνει χαρά, την άρρωστη επιθυμία που δεν είναι ντροπή αλλά πηγή ζωής, ο τρόπος μου να είμαι στον κόσμο. Της ζητάει να μη βλέπει ως ξένο και νοσηρό το λεσβιακό μου σώμα αλλά ως τη μεταξύ μας δυνατότητα. Να διανύσει τους λόγους και τις λέξεις, τις ιεραρχίες και τα ονόματα για να συναντήσει την εμπειρία μου. Ζητάμε η μια από την άλλη να συνατηθούμε σε αυτή τη ζωή, γιατί φαίνεται ότι αυτήν μόνο έχουμε.

Αυτή η ιστορία μου λέει τα εξής: το πραγματικό διακύβευμα είναι η σχέση μας με τον κόσμο. Πρέπει να βρεθούν τρόποι και στρατηγικές για να δούμε τον κόσμο κυριολεκτικά μέσα απο αυτή τη σάρκα που έχει αξία όχι γιατί είναι απλώς το απόλυτο περιουσιακό μας στοιχείο, που χρήζει προστασίας ως "ιδιοκτησία" στα πλαίσια ενός φιλελεύθερου καπιταλιστικού κόσμου. Η ανατροπή έρχεται κάθε φορά που διευρύνουμε τους χώρους όπου το πλήθος των σχέσεων δύναμης διαρρυγνύεται από το πλήθος των εμπειριών μας, κάθε φορά όπου το αίτημα της συλλογικοποίησης των εμπειριών, οδηγεί στη συνειδητοποίηση της συλλογικής ισχύος και μας βγάζει από εκεί όπου έχουμε βρεθεί να βρίσκομαστε απέναντι ως "άτομα" με αντίπαλα συμφέροντα και οφέλη προς διεκδίκηση. Σίγουρα είμαστε κι αυτό. Αλλά σίγουρα δεν είμαστε οριστικά και αμετάκλητα μόνο αυτό.

.