back back back back

Λεξικό

Ασθένεια: έλλειψη δύναμης, σωματικού ή ψυχικού σθένους, νόσος, Αρρώστια: ασθένεια, νόσος, πάθηση. Πάθηση: ασθένεια, αρρώστια. Νόσος: ασθένεια, αρρώστια. Ασθενής: -ή, -ό, χωρίς, δύναμη, άτονος, ανίσχυρος. Δύναμη: σωματική ή πνευματική ικανότητα, εξουσία, δικαίωμα, αντοχή, στερεότητα, ισχύς, κύρος, επιρροή, δραστική ιδιότητα, ώθηση ή έλξη που ασκείται σε ένα σώμα, το γινόμενο της μάζας επί την επιτάχυνση. Ισχύς: σωματική δύναμη, ρώμη, ευρωστία, υλική δύναμη, εξουσία, δύναμη επιβολής, κοινωνική ή πολιτική επιρροή, εγκυρότητα, η ποσότητα της ενέργειας που παράγεται ή απορροφάται από ένα σώμα στη μονάδα του χρόνου. Χρόνος: έννοια που εκφράζει τη διαδοχή και τη διάρκεια φαινομένων, ενεργειών, καταστάσεων. Γιατρός: ο επιστήμονας που ασχολείται με την ιατρική. Ιατρική: [αρχ. ιατρική (τέχνη)], η επιστήμη που έχει ως αντικείμενο τη διατήρηση της υγείας και την καταπολέμηση των ασθενειών του ανθρώπου. Άνθρωπος: το τελειότερο από τα όντα, το προικισμένο με νόηση και έναρθρο λόγο. Καταπολέμηση: καθυπόταξη με πόλεμο. Πόλεμος: ένοπλη σύγκρουση μεταξύ κρατών, μάχη, η διάρκεια εμπόλεμης κατάστασης. Αρρωσταίνω: είμαι άρρωστος, (μτφ.) στενοχωριέμαι, υποφέρω. Αρρωστημένος: νοσηρός. Νοσηρός: ο επιβλαβής στην υγεία, που προκαλεί αρρώστια, (μτφ.) ο μη υγιής, ο μη φυσιολογικός. Φυσιολογικό: που υπάρχει, γίνεται, εξελίσσεται σύμφωνα με την υγιή φύση. Φύση: μορφή, είδος, το σύνολο των όντων της δημιουργίας, ο κόσμος και οι νόμοι που τον διέπουν. Ίαση: γιατρειά, θεραπεία. Θεραπεία: περιποίηση, το σύνολο των μέσων που χρησιμοποιούνται για την ίαση, η μέθοδος νοσηλείας και δίαιτας αρρώστου, η αποκατάσταση της υγείας. Υγεία: η φυσιολογική κατάσταση του οργανισμού, αρτιότητα της λειτουργίας των μερών του σώματος, σωματική ευεξία. Σώμα: κάθε υλικό αντικείμενο, το σύνολο των οργάνων ζωντανού οργανισμού, κορμί, το κύριο μέρος αντικειμένου χωρίς τα προσαρτήματά του, ομοιογενής μάζα, σύνολο προσώπων που ανήκουν σε τάξη, οργάνωση ή επάγγελμα. Νοσηλεία: θεραπεία, περιποίηση αρρώστου. Νοσήλια: η δαπάνη για τη νοσηλεία. Νοσολογία: κλάδος της ιατρικής που μελετά τα αίτια, τα συμπτώματα και τη θεραπεία των νόσων. Νοσομανία: ο νοσηρός φόβος για τις αρρώστιες, που καταλαμβάνει κάποιον σε τέτοιο βαθμό που ασχολείται διαρκώς με την υγεία του. Νοσταλγία: αθυμία που προέρχεται από έντονο πόθο για επιστροφή στην πατρίδα