back back back back

Στα όρια των λέξεων

- Τι έχω, ρωτάω το γιατρό;
Δεν φοβόμουν μήπως έχω κάτι. Έπρεπε να δικαιολογηθώ στη σχολή γιατί δεν είχα πατήσει τις τελευταίες δυο βδομάδες. Έπρεπε να επιστρέψω με μία λέξη, με ένα ορατό σημάδι, αν όχι στο σώμα, στην αναπαράστασή του. Έπρεπε να ιεραρχήσω τις εξουσίες που οργάνωσαν το χρόνο της ζωής μου τις τελευταίες δυο βδομάδες. Να εξηγήσω ότι δεν πήγα ταξίδι, δεν ερωτεύτηκα, δεν ξεκουράστηκα, δεν έκανα καλλιτεχνικό πατινάζ. Ήμουν στο πλαίσιο λόγου που παράγει και το πανεπιστήμιο και το νοσοκομείο.
- Ε, κάτι σαν βρογχίτιδα.
- Μα, η ακτινογραφία του θώρακα δεν έχει καμία ένδειξη νόσου. Μήπως είναι μονοπυρήνωση;
- Μπορεί... ξέρεις η ιατρική δεν είναι «είναι αυτό άρα δεν είναι το άλλο».

Ο γιατρός δεν βοηθούσε. Ωστόσο οι εξετάσεις αίματος μου άφησαν μια μελανιά αναμφισβήτητη. Αφού η αλήθεια/πραγματικότητα είναι οι ορατές της επιφάνειες, ό,τι πιο εξωτερικό στην εμπειρία, η μελανιά, ήταν το πιστοποιητικό άφεσης αμαρτιών για τις απουσίες. Στην πραγματικότητα δεν μπορούσα να πάρω τα πόδια μου. Αλλά δεν είχα τις λέξεις για να πω κάτι τέτοιο. Μάλλον αντίστροφα, είχα όλες τις λέξεις για να καμουφλάρω τα περιεχόμενά μου.

Οι εκφωνήσεις του γιατρού θα γίνουν για μένα η μεταφορά για το Λόγο που παράγει τα ιατρικοποιημένα σώματα. Η άγνοια στη γνώση, η σύγχυση, η αμφισημία. Οι ρωγμές και τα χάσματα. Στο τέλος μου έδωσε μια αντιβίωση. Σαν να μου έλεγε: μην πεις τίποτα σε κανέναν για όλα αυτά. Φτιάχνοντας μια ιστορία από το τέλος, λοιπόν, η αφήγησή μου ήταν ότι παίρνω μια αντιβίωση/ έχω ένα σημάδι από τη βελόνα/ έκανα εξετάσεις αίματος/ πήγα στο νοσοκομείο/ άρα είμαι άρρωστη. Ακόμη κι αν δεν ήμουν άρρωστη, έγινα άρρωστη, γιατί πήγα στο νοσοκομείο, με είδε ένας γιατρός, μου έδωσε μια αντιβίωση. Ο Λόγος της επιστήμης συμπληρώνει τα κενά που υπαινίσσονται στο Λόγο που τον περιγράφει με κάθετες γραμμές.

Οι λέξεις κάνουν πράγματα. Έτσι κι αλλιώς μιλάμε την ίδια γλώσσα κι αυτό σημαίνει ότι μοιραζόμαστε το ίδιο σύστημα αξιών. Με τη γλώσσα μοιράζονται ταυτότητες, άρα εξουσίες, κι ο καθένας ξέρει/ παίρνει τη θέση του στον κόσμο. Ο γιατρός μου έλεγε ότι είναι γιατρός κι εγώ ασθενής, ότι κατέχει τον Λόγο της επιστήμης που είναι έτσι όπως μου εξήγησε. Ακόμα και η στιγμή που αποδείχτηκε αδύναμη να κρίνει τελεσίδικα, έχει προβλεφθεί από τον κανονικοποιημένο και κανονικοποιητικό της Λόγο, που τα ηνία του τα είχε αυτός με την άσπρη μπλούζα. Αντιμετωπίζοντας τις μεταφορές της νόσου, αντιμετωπίζω τη «νόσο», μια αναπαράσταση, μια έννοια από-φυσικοποιημένη, της οποίας ψάχνω την κριτική αιχμή. Αφού αυτό που συμβαίνει είναι δύσκολο να αποτυπωθεί σε όλη του την αλήθεια, πρέπει να στρογγυλοποιηθεί στη γλώσσα, δηλαδή στην αντίληψή μου για τον κόσμο. Που συνοψίζεται στο εξής: ο γιατρός θα μου πει τι έχω.

Εγώ τι ακριβώς όμως έλεγα στο γιατρό; Εγώ έψαχνα επίσης ένα όνομα, μια λέξη, που θα νομιμοποιεί την παρατυπία μου στη σχολή, θα μου δίνει μια ταυτότητα, αυτή της άρρωστης. Βρογχίτιδα, μονοπυρήνωση, ισοδυναμούσαν με δυο βδομάδες απουσιών. Συγκεκριμένα με ένα χαρτί με υπογραφή που θα είχε το όνομά μου και θα με έκανε κάτι. Και πιο σημαντική ήταν αυτή η τελετουργία, η επαναληπτικότητα της οποίας φτιάχνει τα υποκείμενα που συμμετέχουν σ' αυτήν, αφού οργανώνει την εσωτερική παράσταση της εμπειρίας τους. Ακόμα κι αυτή η γκροτέσκα εκδοχή της διαδικασίας στην οποία έλεγα εγώ στο γιατρό τι θα μπορούσα να έχω, μπορεί να ενσωματωθεί στο σύστημα επειδή εγώ ζητούσα από αυτόν μια λέξη, επειδή όλοι οι άλλοι μόνο από αυτόν θα πίστευαν αυτή τη λέξη. Γιατί οι λέξεις μπορεί να είναι ψέματα. Οι εξουσίες όμως;