Για τις 'Έμφυλες Βιαιότητες' της Αλεξάνδρας Χαλκιά

//////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////

το queericulum vitae
στην παρουσίαση του βιβλίου 'Έμφυλες Βιαιότητες' της Αλεξάνδρας Χαλκιά
25 μαϊου 2011
στον πολύχρωμο πλανήτη

//////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////

Καταρχάς θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε θερμά τόσο την Αλεξάνδρα Χαλκιά όσο και τον Πολύχρωμο Πλανήτη για την πρόσκληση που μας φέρνει σήμερα εδώ. Κάποιες απ' την ομάδα μας γνωρίσαμε την Αλεξάνδρα πρώτα στο «δρόμο» ή στο περιθώριο κινηματικών δράσεων και στη συνέχεια και προσωπικά ενώ πολλές τη γνωρίζουμε μέσα από το έργο της και για αυτό χαιρόμαστε που θα συνδράμουμε απόψε στην παρουσίαση του καινούριου της βιβλίου. Επιπλέον θεωρούμε πολύ σημαντικό που αυτή η παρουσίαση γίνεται με πρωτοβουλία του Πολύχρωμου Πλανήτη -του μόνου βιβλιοπωλείου και ταυτόχρονα εκδοτικού οίκου του lgbtq χώρου της πόλης. Ο χώρος που φτιάχνει ο Πολύχρωμος Πλανήτης μέσα από τις εκδόσεις του αλλά και μέσα από τις διάφορες παρουσιάσεις-εκδηλώσεις είναι εξαιρετικά σπουδαίος καθώς ενισχύει τόσο την ορατότητα της lgbtq κοινότητας της πόλης όσο και τη συνάντηση πολλών και διαφορετικών ανθρώπων.

Να συστηθούμε σύντομα και σε όσους/ες δεν μας γνωρίζουν. Η ομάδα μας δημιουργήθηκε το φθινόπωρο του 2004, δηλαδή διανύει τον 7ο χρόνο της. Το όνομα qv -που χρησιμοποιούμε τόσο για τη συλλογικότητά μας όσο και για το έντυπο/περιοδικό που κυκλοφορούμε ανά ά-τακτα χρονικά διαστήματα- προκύπτει από ένα λογοπαίγνιο με τα αρχικά CV (curriculum vitae) και σημαίνει «queericulum vitae». Πρόκειται δηλαδή για ένα «βιογραφικό σημείωμα» των αλλόκοτων εμπειριών μας. Το qv είναι μια ομάδα που ασχολείται ιδιαίτερα με την παραγωγή λόγου καθώς θεωρούμε το λόγο κεντρικό κομμάτι της πολιτικής μας δραστηριότητας. Συλλογικοποιούμε και αναλύουμε την εμπειρία μας μεσα από θεωρητικά εργαλεία που συχνά αντλούμε από φεμινιστικές και κουήρ θεωρίες και προβληματικές. Το βίωμα είναι αυτό που χρησιμοποιούμε ως αφετηρία για να δούμε τις διάφορες πολιτικές προεκτάσεις που έχει η προσωπική μας ζωή. Ξεκινώντας από τις δικές μας εμπειρίες προσπαθούμε να καταλάβουμε πώς παράγεται η εξουσία, πώς την ενσωματώνουμε, πώς την κουβαλάμε και την αναπαράγουμε. Ξεκινάμε μιλώντας απ' τη θέση που ήδη έχουμε μέσα στο πλέγμα των συστημάτων εξουσίας, και κάνουμε κριτική σ' αυτά τα συστήματα χωρίς όμως να ξεχνάμε το ότι ο τρόπος που βρεθήκαμε στο σημείο-αφετηρία κάθε άλλο παρά τυχαίος ή φυσικός είναι.

Στην εισαγωγή του βιβλίου της, η Χαλκιά διαβάζοντας το έργο της Ροζι Μπραϊντότι, εκφράζει προβληματισμούς με τους οποίους, ως πολιτικό εγχείρημα, νιώθουμε συνάφεια καθώς έχουν κεντρική θέση στον τρόπο που προσπαθούμε να παράγουμε λόγο. Συγκεκριμένα μιλάει για τη σημασία που έχει για τη κατανόηση και τη κριτική παρέμβαση στις πολύπλοκες σχέσεις εξουσίας του παγκοσμιοποιημένου περιβάλλονοτος στο οποίο ζούμε, ένα είδος γειωμένης θεωρίας. Μιας θεωρίας όπου η εντοπισμένη εμπειρία του στοχαστή, η εμπειρία με βάση δηλαδή τη θεσιακότητα στην οποία βρίσκεται εντεθειμένο το ενσαρκωμένο υποκείμενο με όλη της την υλικότητα συνδιαλέγονται με την αφαιρετική συζήτηση που ως σήμερα διεκδικεί την αποκλειστικότητα στον προσδιορισμό κοινωνική θεωρία. Η Μπραϊντότι επιρεασμένη απ' τον Ντελέζ προτείνει το σχήμα του νομαδικού υποκειμένου για να αναπτυχθεί μια νέου είδους θεωρία που θα συνδέεται άμεσα με την επιθυμία για απτή κοινωνική αλλαγή.

Φαίνεται παράδοξο μέσα στα πλαίσια της παραδοσιακής θεωρίας, αλλά το ζητούμενο εδώ είναι η ενεργοποίηση ενος είδους στοχασμού που διαμορφώνεται στη βάση μια υποκειμενικότητας ικανής να διασχίζει διαφορετικές ζώνες ύπαρξης, συχνά διαφορετικά ναρκοθετημένες, μιλώντας τη γλώσσα του κάθε "τόπου" στο βαθμό που επιβιώνει σε αυτόν. Μιας υποκειμενικότητας που αντιμετοπίζει τη ζωή από οπτική "κοντά στη γη" κοντά στην πρακτική καθημερινότητα. Την ίδια στιγμή συνθέτει τεχνολογίες υποκειμενικοποίησης και παραγωγής γνώσης που της επιτρέπουν να φέρνει σε διάλογο της επιμέρους μικρογνώσεις που αποκομίζει". Σ' αυτό το σημείο βλέπουμε και κάτι ακόμη πολύ σημαντικό για να αισθανθούμε ότι συνδεόμαστε με το εγχείρημα αυτού του βιβλίου : υπάρχει μια ρητή διάθεση κριτικής για τον τρόπο που πολλές φορές παράγεται (ή/και αναπαράγει τον εαυτό της) η παραδοσιακή κοινωνική θεωρία.

Κάποτε, στους πολιτικούς χώρους που κινούμαστε, μας είπανε ότι το «queer» είναι προβληματικό γιατί έχει μπει στα πανεπιστήμια, στην Γαλλία μας είπαν, για παράδειγμα, διδάσκεται στο πανεπιστήμιο μάθημα για τον σαδομαζοχισμό. Με άλλα λόγια το queer είναι του πανεπιστημίου και άρα είναι κακό. Αυτή είναι μια κριτική που δεν θεωρούμε εποικοδομητική καθώς το περιεχόμενο της μπαίνει από μια διχοτόμηση στον τρόπο που μπορεί να παράγεται η γνώση που ούτε πολύ ακριβής μας φαίνεται ούτε ιδιαίτερα χρήσιμη για τον τρόπο που κάνουμε πολιτική. Για εμάς, έχει κεντρική σημασία ο διάλογος αναμέσα στην ακαδημαϊκή θεωρία και τα κουηρ/φεμινιστικά/ανταγωνιστικά κινήματα και πιστεύουμε ότι αυτός ο διάλογος διαμορφώνει τα νοήματα συχνά ξεπερνώντας ως σχηματικό και αποπροσανατολιστικό τον ίδιο το διαχωρισμό μεταξύ «θεωρίας και πράξης», «πανεπιστημίου και κινήματος».

Τελικά το διακύβευμα βρίσκεται σε μία άλλη ερώτηση. Στο πώς δηλαδή οικιοποιούμαστε αυτή τη γνώση που παράγεται (και δεχόμαστε ότι παράγεται) μέσα στο Πανεπιστήμιο. Η ίδια η Χαλκιά λέει: "Η κοινωνική θεωρία παράγεται στο πλαίσιο συγκεκριμένων "καθεστώτων αλήθειας" ακολουθώντας ποικιλοτρόπως τις πειθαρχίες που διαμορφώνουν το τι μετρά ως γνώση, ενώ, ταυτόχρονα, αυτή η ίδια είναι γνώση". Το θέμα, δηλαδή, είναι πώς κατανοούμε τις περιοριστικές συνθήκες της παραγωγή της, πώς την εργαλειοποιούμε χωρίς να αναπαράγουμε τις καταστατικές της πειθαρχήσεις; Κατανοώντα ότι η θεωρία συχνά μπορεί να γίνει το εργαλείο ενός κυρίαρχου ηγεμονικού λόγου πώς εν τελει στεκόμαστε μέσα κι απέναντί της;

Αφήνουμε ανοιχτά αυτά τα ερωτήματα για την ώρα. Ό πως είδαμε και παραπάνω αυτούς ή παρόμοιους προβληματισμούς τους μοιράζεται κι η ίδια η συγγραφέας. Πρέπει να πούμε ότι διαβάζοντας τις «Έμφυλες Βιαιότητες» της Αλεξάνδρας Χαλκιά, σκεφτήκαμε ότι κάπου μέσα από ακαδημαϊκές οδούς μπορεί κανείς/καμιά να συναντήσει μια πολιτική κριτική της εξουσίας και των ιεραρχιών της κοινωνικής ζωής, πράγμα πολύ σημαντικό για εμάς και για όσες καταπιάνονται με μια προσπάθεια άρθρωσης ενός ανταγωνιστικού προς τον κυρίαρχο λόγο. Ε πισημαίνουμε αυτή την κριτική ως πολιτική κριτική γιατί πολύ συχνά κι εμείς βρισκόμαστε να υπερασπιζόμαστε ως πολιτικά τα ζητήματα που δεν άπτονται της, ή δεν εξαντλούνται στην, κριτική της πολιτικής οικονομίας.

Οι μεταδομιστικές θεωρίες που κυριαρχούν στο βιβλίο καταθέτουν το λογοθετικο τους οπλοστάσιο, ακουμπούν τα αλλόκοτα κοινωνικα σώματα και την υλικότητα τους. Το αλλόκοτο σώμα, είναι και το σώμα του δικού μας συλλογικού εαυτού, ένα σώμα που δε παράγεται ως κοινωνικά αναγνωρίσιμο. Έχει ενδιαφέρον πώς αυτό που φαίνεται να είναι το τερατώδες/κακό μεταμοντέρνο "που όλα τα σχετικοποιεί" ανοίγει δυνατότητες. Δημιουργεί νέους τρόπους να αναγνωρίζουμε και να αναλύουμε την εξουσία, δίνει διαφορετικές προοπτικές στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τις εαυτές μας και στο τρόπο που τελικά κάνουμε πολιτική. Βέβαια και απ' την ίδια τη συγγραφέα, δεν παραγνωρίζονται τα προβληματικά σημεία μιας εξαιρετικά αφαιρετικής θεωρίας και γίνεται μια προσπάθεια απομάκρυνσης από τέτοιο θεωρητικό λόγο.

Σ' αυτή την εισήγηση επιλέξαμε ειδκότερα να επικεντρώσουμε τη προσοχή μας στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου με τίτλο "Το σώμα της επιστήμης". Είναι ένα κείμενο που επιλέξαμε κατ' αρχάς για τον τρόπο που είναι γραμμένο: α ρχίζει με ένα παραμύθι όπου μεταφορές και αλληγορίες περιγράφουν κοινωνικές δομές που οργανώνονται γύρω από ιδεολογίες/αρχηγούς, όπως η Θρησκεία και η Επιστήμη. Με αυτό τον τρόπο, όπως και η ίδια η Χαλκιά γράφει στην εισαγωγή της, τονίζεται το ζήτημα της αφηγηματικότητας της γνώσης. Αυτό το πρώτο κομμάτι του κεφαλαίου με την αλλόκοτη ματιά του αποσυντονίζει πολιτισμικές « αλήθειες » και θέσφατα πριν εμφανιστούν θεωρητικές προσεγγίσεις για να πλαισιώσουν την συζήτηση.

Το άλλο στοιχείο που μας κέντρισε το ενδιαφέρον σ' αυτό το κεφάλαιο είναι ο τρόπος που στέκεται κριτικά απέναντι στο σώμα της επιστήμης την οποία περιγράφει σαν μια άλλη θρησκεία, που στόχος της είναι ο (δια)φωτισμός (σ. 127) του νου αντί της σωτηρίας της ψυχής. Η επιστήμη μπαίνει στα κοινωνικά συμφραζόμενα, γίνεται μέσα στο κείμενο ένα πολιτισμικό προϊόν αντί για μια πηγή άχρονης αλήθειας. Ένας απ' τους τρόπους που αυτό γίνεται ορατό και όπου τα δύο συστήματα (θρησκεία και επιστήμη) συμπλέκονται είναι το έμφυλο σώμα του υποκειμένου ή/και λειτουργού του κάθε συστήματος γνώσης. Αυτό το συμπέρασμα αποτελεί σημείο στο οποίο συσπειρώνονται οι διάφορες φεμινιστικές κριτικές καθώς αποκαλύπτεται μια παραδοχή του δυτικού πολιτισμού π ου μας ακολουθεί αιώνες, και σύμφωνα με την οποία ένα είναι το καθολικό υποκείμενο της γνώσης, στην ουσία ένας είναι ο άνθρωπος και αυτός ο ένας είναι ο λευκός, ετεροφυλόφιλος άνδρας.

Από αντίστοιχες αφετηρίες είχαμε σαν ομάδα καταπιαστεί με μια αντίστοιχη κριτική του επιστημονικού λόγου στο 3ο τεύχος μας με τίτλο «Νοσηρές Βιογραφίες», και θέμα του οποίου ήταν η διαπλοκή της εμπειρίας (μας) με το λόγο και τις πρακτικές της ιατρικής επιστήμης. Αποφασίσαμε λοιπόν να επικεντρωθούμε στο κεφάλαιο αυτό και επειδή μας θύμισε τις συζητήσεις και τις σκέψεις που είχαμε πριν βγάλουμε το τεύχος εκείνο για τη Νόσο και τις μεταφορές της και θα θέλαμε σήμερα να καταθέσουμε τη συνομιλία που θεωρούμε ότι μπορεί κανείς να διακρίνει ανάμεσα στα δύο κείμενα.

Μέσα λοιπόν από τις «Νοσηρές Βιογραφίες» προσπαθήσαμε να ανιχνεύσουμε τα όρια της Αλήθειας της επιστήμης, καθώς αυτά έρχονται πριν ακόμη καλά καλά να έχουμε συνείδηση του εαυτού μας και μιλάνε για εμάς, μας περιγράφουν την ίδια στιγμή που μας φτιάχνουν. Μία από τις θεωρητικές αφετηρίες για το τεύχος ήταν το δοκίμιο της Σούζαν Σόνταγκ "Η νόσος ως μεταφορά" που γράφτηκε το 1978 όταν η ίδια η Σόνταγκ έχοντας καρκίνο βρέθηκε για τα καλά μέσα στο σύστημα υγείας. Στο δοκίμιο αυτό η Σόνταγκ κάνει μια ανάλυση των μεταφορών που χρησιμοποιούνται για να νοηματοδοτήσουν ορισμένες ασθένειες και φτάνει σε μια κατανόηση των πραγματικών συνεπειών που έχουν αυτές οι μεταφορές για τις ζωές των ανθρώπων, ασθενών και υγιών. Να που πάλι, τότε, είχαμε συναντηθεί με τη φιλοσοφία και την θεωρία.

Η ιατρική επιστήμη είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα καθώς στο λόγο, τα εργαλεία και τη μεθοδολογία της βλέπουμε ξεκάθαρα το ανθρωποκεντρικό μοντέλο του διαφωτισμού όπου ο άνθρωπος ως κυρίαρχος του πεπρωμένου του αποκτά τον έλεγχο αμφισβητώντας την αυθεντία του θεού. Η επιστήμη υπόσχεται ότι θα μας οδηγήσει σε μία απελευθέρωση που ταυτίζεται με μία οικουμενική αντικειμενική γνώση, την αλήθεια του ορθού λόγου. Ένας λόγος που εν πολλοίς έχει προκύψει μέσα από ιδεολογικούς πολιτικούς και ηθικούς ανταγωνισμούς που όμως συχνά αποσιωπούνται.

Σχολιάζαμε εκεί μεταξύ άλλων το δέος μπροστά στην αυθεντία του γιατρού τον τρόπο που οι αλήθειες του μυστικοποιούνται. Διαβάζοντας το κείμενο της Χαλκιά υπάρχουν καίριες μεταφορές που περιγράφουν από μια άλλη σκοπια πλευρές αυτών των σχέσεων. Γράφει, για παράδειγμα: «Ο άνθρωπος που βαδίζει στη χώρα των θαυμάτων, ο εξιδανικευμένος δηλαδή υπήκοος τους βασιλείου της θρησκείας ή της επιστήμης, μοιάζει τελείως αμέτοχος, σαν να είναι αποκομμένος από το περιβάλλον του. Με αυτή τη παράσταση της φαινομενικής μετριοφροσύνης, μιας ρητά διατυπωμένης αντικειμενικής ουδετερότητας η οποία απλώς διαπιστώνει την Αλήθεια που πάντα τον υπερβαίνει -τη μεγάλη αλήθεια του θεού ή της επιστήμης- αποκρύπτεται ένα πολύ σημαντικό στοιχείο. Αποκρύπτεται η συμμετοχή του ανθρώπου σε αυτό το παιχνίδι. Περισσότερο αποκρύπτεται η δική του πραγματική -με την κοινωνική έννοια- ηγεμονία. Ολόκληρο το τερέν καθώς και οι κανόνες που το διέπουν είναι δικό του."

Ένα άλλος προβληματισμός που διατυπώναμε τότε στο τεύχος για τη Νόσο, που επίσης αισθανόμαστε ότι συνομιλεί με το συγκεκριμένο κεφάλαιο, έχει να κάνει με το ποιο είναι το σώμα που κατασκευάζει η νεωτερικότητα μέσα από ένα λόγο όπως αυτός της ιατρικής (σε αλυσίδα με άλλα πεδία λόγων, μηχανισμούς και θεσμούς). Για να απαντήσουμε σ' αυτό κοιτάξαμε τις τελετουργίες επιτέλεσης αυτού του λόγου, η επίσκεψη στο ιατρείο, η "σιωπή" της εξέτασης, η ώρα της αλήθειας, οι εξετάσεις με τα βιομετρικά μας δεδομένα, ο γιατρός-μεταφραστής, οι μεταφορές-παρομοιώσεις-αλληγορίες που θα εξηγήσουν αυτό που δεν μπορεί να καταλάβει ο ασθενής/εξεταζόμενος κλπ, κλπ. Αυτή η ιδιότητα του γιατρού κλειδοκράτορα της γνώσης μας απασχόλησε σε αρκετά σημεία. Στο βιβλίο της Αλ. Χαλ. ο επιστήμονας επίσης εμφανίζεται ως μύστης, ιερέας που κατέχει το κλειδί της αποκρυπτογράφησης και υπόσχεται την Αλήθεια σε όλες εμάς χωρίς ποτέ όμως να δίνει την απόλυτη πρόσβαση σ' αυτήν.

Σε ένα άλλο σημείο αναφερόμασταν στον τρόπο που γίνεται αυτή η μετάφραση καταστατική συνθήκη του τρόπου που αντιλαμβανόμαστε τα σώματα μας. Σε ένα απόσπασμα από το τεύχος γράφουμε: «Η ειδική γλώσσα μέσα από την οποία περιγράφονται, ορίζονται και γίνονται οικειοποιήσιμα τα σώματά μας έχει προ πολλού αυτονομηθεί από την γλώσσα της δικής μας εμπειρίας. Δηλαδή η φαγούρα μου 'μεταφράζεται' σε μια σύνθετη πρόταση που θεωρείται ότι οπωσδήποτε αποδίδει πολύ πιο "ολοκληρωμένα", συνολικά, τα συμπτώματα μια κάποιας παθολογικής κατάστασης. Μέσα εκεί το "σώμα μου" γίνεται το σώμα τους, δηλαδή το σώμα που αυτοί εξετάζουν και δεν βιώνουν, του οποίου δεν έχουν άμεση εμπειρία, αλλά δεικδικούν τη σχεδόν απόλυτη γνώση του. Νομίζω ότι δεν αδικείται κανείς αν πω ότι η γλώσσα της ιατρικής επιστήμης, ο λόγος της, είναι αφιλόξενος στην κατανόηση "των πολλών" και επιθετικός προς αυτούς τους οποίους αφορά ακόμη και σήμερα που "οι απλοί άνθρωποι" πάμε στο σχολείο και μαθαίνουμε γράμματα.»

Η Χαλκιά λέει: «Όσον αφορά την ύλη του παρατηρούμενου, το σώμα της διατριβής, το ερευνητικό δείγμα, προτάσσονται και πάλι αυστηρότατοι κανόνες. Υπάρχει πληθώρα κανόνων σε κάθε επιστήμη για την ορθή παρατήρηση τους». Και στη συνέχεια δίνει μια άλλη ενδιαφέρουσα πλευρά αυτού του συλλογισμού μιλώντας αυτή τη φορά για το σώμα του ίδιου του επιστήμονα: «Όσον αφορά το σώμα του λειτουργού της επιστήμης, η πειθάρχηση είναι τέτοια που το ίδιο το σώμα του επιστήμονα αποβάλλεται από το πεδίο έρευνας μέσω λόγων και πρακτικών, διαφορετικών σε κάθε επιστήμη, που συνθέτουν μια συστηματική διαδικασία εξαγνισμού. Είναι εντέλει, σα να μην υπάρχει. Ωστόσο ακόμη και σε αυτή τη φαινομενική εξορία, προνομιακός τόπος λειτουργίας αμφότερων των συστημάτων νοήματος είναι ακριβώς το σώμα».

Πρέπει λοιπόν να βρεθούν τρόποι και στρατηγικές για να δούμε τον κόσμο κυριολεκτικά μέσα απο αυτή τη σάρκα που έχει αξία όχι γιατί είναι απλώς το απόλυτο περιουσιακό μας στοιχείο, που χρήζει προστασίας ως "ιδιοκτησία" στα πλαίσια ενός φιλελεύθερου καπιταλιστικού κόσμου. Η ανατροπή έρχεται κάθε φορά που διευρύνουμε τους χώρους όπου το πλήθος των σχέσεων δύναμης διαρρηγνύεται από το πλήθος των εμπειριών μας. Κάθε φορά όπου το αίτημα της συλλογικοποίησης των εμπειριών, οδηγεί στη συνειδητοποίηση της συλλογικής ισχύος, μας βγάζει από εκεί όπου έχουμε βρεθεί να βρισκόμαστε απέναντι ως "άτομα" με αντίπαλα συμφέροντα και οφέλη προς διεκδίκηση. Σίγουρα είμαστε κι αυτό. Αλλά σίγουρα δεν είμαστε οριστικά και αμετάκλητα μόνο αυτό.

Αυτές είναι μερικές πρώτες σκέψεις που κάναμε διαβάζοντας το βιβλίο "Έμφυλες βιαιότητες" και είμαστε σίγουρες ότι στις δεύτερες αναγνώσεις και στις συζητήσεις που θα ακολουθήσουν καινούριες ιδέες, διαφωνίες ή συνειδητοποιήσεις θα προκύψουν. Η θεωρία είναι ζωντανή, ακουμπάει ή όχι τις ζωές μας, ανοίγει ή όχι δυνατότητες, ενισχύει ηγεμονίες ή αντιστάσεις. Και εμείς μαζί της σε μια ερωτική σχέση. Με φόβο και πάθος.